Η ψυχαναλυτική θεραπεία είναι μια μοναδική συναισθηματική εμπειρία συνάντησης αναλυόμενου και αναλυτή. Στόχος της είναι η καλύτερη κατανόηση του εαυτού, η αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου, η ψυχική ενδυνάμωση και εξέλιξη, η ενίσχυση της ικανότητας για συναισθηματικούς δεσμούς, η δημιουργικότητα.
Η ψυχαναλυτική θεωρία βασίζεται στην αρχή ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός έχει συνειδητές και ασυνείδητες πτυχές και ότι οι παιδικές προσλαμβάνουσες και εμπειρίες επηρεάζουν τη διαμόρφωση της προσωπικής μας ταυτότητας μέσα στο χρόνο.
Στη κλινική της διάσταση η ψυχανάλυση επεξεργάζεται ταυτόχρονα τα συνειδητά και τα ασυνείδητα βιώματα του θεραπευόμενου, όπως αυτά γίνονται αισθητά στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής συνεδρίας. Δεν εστιάζει μόνο στην εξάλειψη του συμπτώματος, αλλά αναζητά το βαθύτερο νόημά του, αξιοποιώντας ως πρώτη ύλη τον λόγο, το συναίσθημα, τη φαντασία, το όνειρο του θεραπευόμενου.
Η επιλογή ως προς το πλαίσιο της θεραπείας (συχνότητα συνεδριών, διάταξη στο ντιβάνι ή πρόσωπο με πρόσωπο) εναπόκειται στη κλινική εκτίμηση του ψυχαναλυτή για τον εκάστοτε άνθρωπο που αναλαμβάνει και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Η πλήρης ψυχαναλυτική εκπαίδευση του θεραπευτή είναι αναγκαία, ώστε η εφαρμογή ή τροποποίηση της διάταξης, της συχνότητας και της τεχνικής να μπορεί να υποστηριχθεί με επάρκεια υπηρετώντας τις ανάγκες, αλλά και αξιοποιώντας τις δυνατότητες, του κάθε διαφορετικού θεραπευόμενου.